Ο βαθμός μένει, αλλά έτσι δεν σώζεται κανείς…
Ο βαθμός με την Κηφισιά μπαίνει στη βαθμολογία. Η εικόνα όμως μένει πιο βαριά από τον βαθμό.
Ο Αστέρας πήρε ένα αποτέλεσμα που ίσως, σε πρώτη ανάγνωση, να μοιάζει χρήσιμο. Αν όμως κάποιος δει το παιχνίδι όπως πραγματικά εξελίχθηκε, η αλήθεια είναι σκληρή: η ομάδα δεν έπαιξε για να κερδίσει. Έπαιξε μόνο για να μην χάσει. Και επειδή το ποδόσφαιρο τιμωρεί, στο 94’ θα έφευγε με σκυμμένο το κεφάλι, αλλά τη γλίτωσε για χιλιοστά.
Φουλ άμυνα. Διπλή ζώνη ανασταλτικά. Ελάχιστο ρίσκο. Σχεδόν μηδενική δημιουργία. Καμία πραγματική επιθετική παρουσία.
Ουσιαστικά, ο Αστέρας έδωσε το γήπεδο στον αντίπαλο και περιορίστηκε σε έναν παθητικό ρόλο, περιμένοντας να περάσει το παιχνίδι χωρίς ζημιά. Μόνο που τέτοιες εμφανίσεις δεν σε κρατούν ζωντανό για πολύ.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, από το 80’ και μετά, με τις δύο μαζεμένες αλλαγές στα χαφ, η ομάδα έχασε ακόμη περισσότερο τη συνοχή της. Η Κηφισιά έβρισκε χώρους και κατέβαινε με ευκολία σχεδόν σε κάθε επίθεση. Το 0-0 στο τέλος έμεινε, αλλά περισσότερο ως ανακούφιση παρά ως επιβεβαίωση κάποιου πλάνου.
Ο Αντωνόπουλος βρήκε μια ομάδα πιεσμένη, αγχωμένη και βαθιά τραυματισμένη ψυχολογικά. Αυτό είναι φανερό. Το φοβικό κλίμα δεν το δημιούργησε εκείνος. Το βρήκε.
Όμως από την άλλη, δεν μπορεί και ο Αστέρας να συνεχίσει να πορεύεται μόνο με τη λογική της επιβίωσης μέσω ισοπαλιών. Με “Χ” και με τέτοια εικόνα, καμία ομάδα δεν σώζεται.
Η παραμονή θέλει και θάρρος. Θέλει και εναλλακτικά πλάνα. Θέλει και πρωτοβουλία. Θέλει και πίστη ότι μπορείς να παίξεις και να κερδίσεις το παιχνίδι.
Και αυτή η ομάδα, παρά τα προβλήματά της, έχει κάποιους παίκτες που δεν είναι τόσο χειρότεροι από αυτούς της Κηφισιάς.
Έχει μονάδες που μπορούν να υποστηρίξουν κάτι περισσότερο από ένα διαρκές αμυντικό καβούκι. Δεν γίνεται να παρουσιάζεται σαν σύνολο που παίζει μόνο για να αντέξει.
Ο βαθμός κρατιέται. Το μήνυμα όμως δεν είναι καλό.
Γιατί όταν μια ομάδα παλεύει να σωθεί, δεν αρκεί να επιβιώνει για 90 λεπτά. Πρέπει και να δείχνει ότι μπορεί να κερδίσει.
Και ο Αστέρας, όσο μένει εγκλωβισμένος στον φόβο, θα παίρνει ίσως κάποιους βαθμούς — αλλά δεν θα αλλάζει τη μοίρα του.